Греческий словарь
с грамматикой

φιλοσοφώ

[filosoˈfo]глаголгруппа Б2 (-ώ → -είς)B2

Значения

1
философствовать, размышлять о философских вопросах
to philosophize, to engage in philosophical thought · φιλοσοφώ για το νόημα της ζωής — философствую о смысле жизни
2
рассуждать, раздумывать (часто в смысле бесплодных размышлений)
to muse, to ponder (often implying abstract or idle reflection) · φιλοσοφώ αντί να δράσω — философствую вместо того, чтобы действовать

Грамматика

Настоящее время
εγώ
φιλοσοφώ
εσύ
φιλοσοφείς
αυτός
φιλοσοφεί
εμείς
φιλοσοφούμε
εσείς
φιλοσοφείτε
αυτοί
φιλοσοφούν
Аорист
εγώ
φιλοσόφησα
εσύ
φιλοσόφησες
αυτός
φιλοσόφησε
εμείς
φιλοσοφήσαμε
εσείς
φιλοσοφήσατε
αυτοί
φιλοσόφησαν
Будущее
εγώ
θα φιλοσοφήσω
εσύ
θα φιλοσοφήσεις
αυτός
θα φιλοσοφήσει
εμείς
θα φιλοσοφήσουμε
εσείς
θα φιλοσοφήσετε
αυτοί
θα φιλοσοφήσουν

Примеры

Ο καθηγητής φιλοσοφεί σχετικά με την ηθική.
Профессор философствует об этике. · The professor philosophizes about ethics.
Αντί να λύσουν το πρόβλημα, φιλοσόφησαν όλη την ώρα.
Вместо того чтобы решить проблему, они философствовали всё время. · Instead of solving the problem, they philosophized the whole time.
Θα φιλοσοφήσουμε για τα μεγάλα ερωτήματα της ζωής.
Мы будем размышлять о больших вопросах жизни. · We will ponder the big questions of life.
Φιλοσοφούσε μόνος του στον κήπο κάθε πρωί.
Он размышлял один в саду каждое утро. · He used to muse alone in the garden every morning.