Греческий словарь
с грамматикой

φιλοξενώ

[filoˈkseno]глаголB1

Значения

1
принимать гостей, гостеприимно угощать
to host, to entertain a guest · φιλοξενώ φίλους στο σπίτι — принимаю друзей дома
2
предоставлять приют, жильё
to give shelter or accommodation to · φιλοξενώ πρόσφυγες — предоставляю приют беженцам

Грамматика

Настоящее время
εγώ
φιλοξενώ
εσύ
φιλοξενείς
αυτός
φιλοξενεί
εμείς
φιλοξενούμε
εσείς
φιλοξενείτε
αυτοί
φιλοξενούν
Аорист
εγώ
φιλοξένησα
εσύ
φιλοξένησες
αυτός
φιλοξένησε
εμείς
φιλοξενήσαμε
εσείς
φιλοξενήσατε
αυτοί
φιλοξένησαν
Будущее
εγώ
θα φιλοξενώ
εσύ
θα φιλοξενείς
αυτός
θα φιλοξενεί
εμείς
θα φιλοξενούμε
εσείς
θα φιλοξενείτε
αυτοί
θα φιλοξενούν

Примеры

Η οικογένειά μας φιλοξενεί πολλούς φίλους κάθε καλοκαίρι.
Наша семья каждое лето принимает у себя много друзей. · Our family hosts many friends every summer.
Φιλοξένησα τους ξαδέλφους μου για μια εβδομάδα.
Я угостил моих кузенов у себя неделю. · I hosted my cousins for a week.
Η χώρα φιλοξενεί χιλιάδες πρόσφυγες.
Страна предоставляет приют тысячам беженцев. · The country shelters thousands of refugees.
Θα ήθελα να σας φιλοξενήσω στο νέο μας σπίτι.
Я бы хотел вас принять в нашем новом доме. · I would like to have you over at our new house.