φιλονικώ
[filoniˈko]глаголгруппа Б1 (-άω/-ώ)B2
Значения
1
спорить, вступать в спор; быть склонным к спорам
to argue, to dispute; to be argumentative · φιλονικώ με τον φίλο μου — я спорю со своим другом
2
упорствовать, настаивать на своём
to insist stubbornly, to persist · φιλονικώ για το δίκιό μου — я упорствую в своей правоте
Грамматика
Настоящее время
εγώ
φιλονικώ
εσύ
φιλονικάς
αυτός
φιλονικά
εμείς
φιλονικούμε
εσείς
φιλονικάτε
αυτοί
φιλονικούν
Аорист
εγώ
φιλονίκησα
εσύ
φιλονίκησες
αυτός
φιλονίκησε
εμείς
φιλονικήσαμε
εσείς
φιλονικήσατε
αυτοί
φιλονίκησαν
Будущее
εγώ
θα φιλονικήσω
εσύ
θα φιλονικήσεις
αυτός
θα φιλονικήσει
εμείς
θα φιλονικήσουμε
εσείς
θα φιλονικήσετε
αυτοί
θα φιλονικήσουν
Примеры
Δεν θέλω να φιλονικώ μαζί σου για ασήμαντα.
Я не хочу с тобой спорить по пустякам. · I don't want to argue with you over trivialities.
Πάντα φιλονικά αν δεν συμφωνώ με κάτι.
Я всегда спорю, если не согласен. · I always argue when I disagree.
Φιλονίκησε για τα δικαιώματά του μέχρι το τέλος.
Он упорствовал, отстаивая свои права до конца. · He insisted stubbornly on his rights till the end.
Θα φιλονικήσουν για ποιος έχει δίκιο.
Они будут спорить о том, кто прав. · They will argue about who is right.