Греческий словарь
с грамматикой

φιλοδοξώ

[filoðoˈkso]глаголгруппа Б2 (-ώ → -είς)B2

Значения

1
стремиться к чему-либо, амбициозно добиваться чего-либо
to aspire to, to aim ambitiously at · φιλοδοξώ να γίνω γιατρός — я мечтаю стать врачом

Грамматика

Настоящее время
εγώ
φιλοδοξώ
εσύ
φιλοδοξείς
αυτός
φιλοδοξεί
εμείς
φιλοδοξούμε
εσείς
φιλοδοξείτε
αυτοί
φιλοδοξούν
Аорист
εγώ
φιλοδόξησα
εσύ
φιλοδόξησες
αυτός
φιλοδόξησε
εμείς
φιλοδοξήσαμε
εσείς
φιλοδοξήσατε
αυτοί
φιλοδόξησαν
Будущее
εγώ
θα φιλοδοξήσω
εσύ
θα φιλοδοξήσεις
αυτός
θα φιλοδοξήσει
εμείς
θα φιλοδοξήσουμε
εσείς
θα φιλοδοξήσετε
αυτοί
θα φιλοδοξήσουν

Примеры

Ο γιος μας φιλοδοξεί να γίνει αρχιτέκτονας.
Наш сын амбициозно стремится стать архитектором. · Our son aspires to become an architect.
Πάντα φιλοδοξούσα για υψηλότερη θέση στη δουλειά.
Я всегда стремилась к более высокой должности на работе. · I always aspired to a higher position at work.
Θα φιλοδοξήσει να κερδίσει το πρωτάθλημα.
Она будет стремиться выиграть чемпионат. · She will aim to win the championship.