Греческий словарь
с грамматикой

φιλιούμαι

[filiˈume]глаголA2

Значения

1
мириться, помириться (с кем-л.)
to make peace, to reconcile (with someone) · φιλιώνονται μετά τη διαμάχη — они мирятся после ссоры
2
быть в дружеских отношениях
to be on friendly terms · φιλιώνονται καλά — они в хороших отношениях

Грамматика

Настоящее время
εγώ
φιλιούμαι
εσύ
φιλιώνεσαι
αυτός
φιλιώνεται
εμείς
φιλιώνομαι
εσείς
φιλιώνεστε
αυτοί
φιλιώνονται
Аорист
εγώ
φιλιώθηκα
εσύ
φιλιώθηκες
αυτός
φιλιώθηκε
εμείς
φιλιωθήκαμε
εσείς
φιλιωθήκατε
αυτοί
φιλιώθηκαν
Будущее
εγώ
θα φιλιωθώ
εσύ
θα φιλιωθείς
αυτός
θα φιλιωθεί
εμείς
θα φιλιωθούμε
εσείς
θα φιλιωθείτε
αυτοί
θα φιλιωθούν

Примеры

Τελικά φιλιώθηκαν μετά από πολλά χρόνια.
В конце концов они помирились спустя много лет. · In the end they made peace after many years.
Δεν φιλιώνεται εύκολα με κανέναν.
Он не мирится легко ни с кем. · He doesn't reconcile easily with anyone.
Φιλιώνοντας το θέμα, συνέχισαν τη δουλειά.
Помирившись, они продолжили работу. · Having made peace, they continued working.
Θα φιλιωθούν όταν καταλάβουν τα λάθη τους.
Они помирятся, когда поймут свои ошибки. · They will reconcile when they understand their mistakes.