φιάσκο
[fiˈasko]существительноеτο · средний родB1
Значения
1
фиаско, провал, крах
fiasco, failure, disaster · μεγάλο φιάσκο — большой провал
Грамматика
Ед. ч.
им.
το φιάσκο
вин.
το φιάσκο
род.
του φιάσκου
зват.
φιάσκο
Мн. ч.
им.
τα φιάσκα
вин.
τα φιάσκα
род.
των φιάσκων
зват.
φιάσκα
Примеры
Το πάρτι ήταν ένα τεράστιο φιάσκο.
Вечеринка была огромным фиаско. · The party was a huge fiasco.
Ο αγώνας κατέληξε σε φιάσκο για την ομάδα μας.
Матч закончился крахом для нашей команды. · The match ended in failure for our team.
Τα φιάσκα στη διοίκηση δεν ήταν λίγα.
Провалов в управлении было немало. · There were quite a few fiascos in the administration.