φθινόπωρο
[fθiˈnoporo]существительноеτο · средний родA1
Значения
1
осень (сезон года)
autumn, fall · το φθινόπωρο έρχεται — приходит осень
Грамматика
Ед. ч.
им.
το φθινόπωρο
вин.
το φθινόπωρο
род.
του φθινοπώρου
зват.
φθινόπωρε
Мн. ч.
им.
τα φθινόπωρα
вин.
τα φθινόπωρα
род.
των φθινοπώρων
зват.
φθινόπωρα
Примеры
Το φθινόπωρο είναι η αγαπημένη μου εποχή.
Осень — моё любимое время года. · Autumn is my favorite season.
Τα δέντρα αλλάζουν χρώμα στο φθινόπωρο.
Деревья меняют цвет осенью. · Trees change color in autumn.
Του φθινοπώρου έχει όμορφο καιρό.
Осенью стоит хорошая погода. · In autumn the weather is lovely.
Περιμένω το φθινόπωρο με ανυπομονησία.
Я с нетерпением жду осени. · I look forward to autumn eagerly.