Греческий словарь
с грамматикой

φθάνω

[ˈfθano]глаголA2

Значения

1
прибывать, приходить (достигать какого-либо места)
to arrive, to reach (a destination) · Φθάνω στο σχολείο — Я приходу в школу
2
успевать (делать что-либо вовремя)
to be in time, to manage (to do something) · Φθάνω για το τρένο — Я успеваю на поезд
3
хватать, быть достаточным
to be enough, to suffice · Τα λεφτά δεν φθάνουν — Денег не хватает

Грамматика

Настоящее время
εγώ
φθάνω
εσύ
φθάνεις
αυτός
φθάνει
εμείς
φθάνουμε
εσείς
φθάνετε
αυτοί
φθάνουν
Аорист
εγώ
έφθασα
εσύ
έφθασες
αυτός
έφθασε
εμείς
φθάσαμε
εσείς
φθάσατε
αυτοί
έφθασαν
Будущее
εγώ
θα φθάσω
εσύ
θα φθάσεις
αυτός
θα φθάσει
εμείς
θα φθάσουμε
εσείς
θα φθάσετε
αυτοί
θα φθάσουν

Примеры

Φθάνω στο γραφείο κάθε πρωί στις εννέα.
Я приходу в офис каждое утро в девять. · I arrive at the office every morning at nine.
Έφθασες έγκαιρα για τη συνάντηση;
Ты успел вовремя на встречу? · Did you make it on time for the meeting?
Τα χρήματα που έχουμε δεν φθάνουν για ένα καινούργιο αυτοκίνητο.
Денег, которые у нас есть, не хватает на новую машину. · The money we have is not enough for a new car.
Θα φθάσεις σπίτι πριν από τη δύση του ήλιου;
Ты доберёшься домой до заката? · Will you get home before sunset?