Греческий словарь
с грамматикой

φημίζω

[fiˈmizo]глаголC1

Значения

1
прославлять, делать известным
to make famous, to celebrate · φημίζεται ως καλός ποιητής — его прославляют как хорошего поэта

Грамматика

Настоящее время
εγώ
φημίζω
εσύ
φημίζεις
αυτός
φημίζει
εμείς
φημίζουμε
εσείς
φημίζετε
αυτοί
φημίζουν
Аорист
εγώ
φήμισα
εσύ
φήμισες
αυτός
φήμισε
εμείς
φημίσαμε
εσείς
φημίσατε
αυτοί
φήμισαν
Будущее
εγώ
θα φημίσω
εσύ
θα φημίσεις
αυτός
θα φημίσει
εμείς
θα φημίσουμε
εσείς
θα φημίσετε
αυτοί
θα φημίσουν

Примеры

Ο ποιητής φημίστηκε σ' όλη την Ευρώπη.
Поэта прославили по всей Европе. · The poet became famous throughout Europe.
Η αρχαία Αθήνα φημίζεται για τη φιλοσοφία της.
Древние Афины славятся своей философией. · Ancient Athens is renowned for its philosophy.
Θα φημίσουν το νέο ανακάλυμμα στα μέσα.
Они прославят это открытие в средствах массовой информации. · They will publicize this discovery in the media.