φατρία
[fatˈria]существительноеη · женский родB2
Значения
1
фратрия, триба (в Древней Греции)
phratry, tribe (in ancient Greece) · φατρία στην αρχαία Ελλάδα — фратрия в древней Греции
2
группа, клан, семейство
group, clan, family group · μια φατρία ανθρώπων — группа людей
Грамматика
Ед. ч.
им.
η φατρία
вин.
τη φατρία
род.
της φατρίας
зват.
φατρία
Мн. ч.
им.
οι φατρίες
вин.
τις φατρίες
род.
των φατριών
зват.
φατρίες
Примеры
Η φατρία ήταν σημαντική κοινωνική δομή.
Фратрия была важной социальной структурой. · The phratry was an important social structure.
Οι φατρίες της αρχαίας Αθήνας είχαν δικές τους παραδόσεις.
Фратрии древних Афин имели собственные традиции. · The phratries of ancient Athens had their own traditions.
Μέλη της ίδιας φατρίας συμμετείχαν σε κοινές τελετές.
Члены одной фратрии участвовали в общих обрядах. · Members of the same phratry participated in common rituals.