φασματικός
[fazmatiˈkos]прилагательноеC1
Значения
1
спектральный, относящийся к спектру
spectral, relating to a spectrum · φασματική ανάλυση — спектральный анализ
2
относящийся к привидениям, призракам
ghostly, phantom-like, relating to apparitions · φασματικές μορφές — призрачные формы
Грамматика
мужской род
им.
φασματικός
вин.
φασματικό
род.
φασματικού
зват.
φασματικέ
женский род
им.
φασματική
вин.
φασματική
род.
φασματικής
зват.
φασματική
средний род
им.
φασματικό
вин.
φασματικό
род.
φασματικού
зват.
φασματικό
Примеры
Η φασματική ανάλυση αποκάλυψε την σύσταση του υλικού.
Спектральный анализ выявил состав материала. · Spectral analysis revealed the composition of the material.
Το φασματικό εύρος της ακτινοβολίας είναι πολύ ευρύ.
Спектральный диапазон излучения очень широк. · The spectral range of the radiation is very broad.
Φασματικές εμφανίσεις περιγράφονται στα αρχαία κείμενα.
Призрачные появления описываются в древних текстах. · Ghostly apparitions are described in ancient texts.