φασίστας
[faˈsistas]существительноеο · мужской родB1
Значения
1
фашист
fascist · πολιτικός που υποστηρίζει το φασισμό — человек, который поддерживает фашизм
Грамматика
Ед. ч.
им.
o φασίστας
вин.
τον φασίστα
род.
του φασίστα
зват.
φασίστα
Мн. ч.
им.
οι φασίστες
вин.
τους φασίστες
род.
των φασιστών
зват.
φασίστες
Примеры
Ο φασίστας ήθελε να κυριαρχήσει όλη την Ευρώπη.
Фашист хотел господствовать над всей Европой. · The fascist wanted to dominate all of Europe.
Θεωρούσε τον αντίπαλό του φασίστα και δικτάτορα.
Он считал своего противника фашистом и диктатором. · He considered his opponent a fascist and a dictator.
Οι φασίστες κατέστρεψαν πολλές χώρες τον εικοστό αιώνα.
Фашисты разрушили много стран в двадцатом веке. · The fascists destroyed many countries in the twentieth century.