φαρμακοποιός
[farmakoˈpjos]существительноеο · мужской родA2
Значения
1
фармацевт, аптекарь
pharmacist, chemist · ο φαρμακοποιός στην αποθήκη — фармацевт в аптеке
Грамматика
Ед. ч.
им.
ο φαρμακοποιός
вин.
τον φαρμακοποιό
род.
του φαρμακοποιού
зват.
φαρμακοποιέ
Мн. ч.
им.
οι φαρμακοποιοί
вин.
τους φαρμακοποιούς
род.
των φαρμακοποιών
зват.
φαρμακοποιοί
Примеры
Ο φαρμακοποιός μας δίνει καλές συμβουλές.
Наш фармацевт дает хорошие советы. · Our pharmacist gives good advice.
Πήγα στον φαρμακοποιό για το φάρμακό μου.
Я пошел к фармацевту за своим лекарством. · I went to the pharmacist for my medicine.
Οι φαρμακοποιοί εργάζονται κάθε ημέρα.
Фармацевты работают каждый день. · Pharmacists work every day.