Греческий словарь
с грамматикой

φαρμακείο

[farmaˈkio]существительноеτο · средний родA1

Значения

1
аптека
pharmacy · αγοράζω φάρμακα στο φαρμακείο — покупаю лекарства в аптеке

Грамматика

Ед. ч.
им.
το φαρμακείο
вин.
το φαρμακείο
род.
του φαρμακείου
зват.
φαρμακείο
Мн. ч.
им.
τα φαρμακεία
вин.
τα φαρμακεία
род.
των φαρμακείων
зват.
φαρμακεία

Примеры

Το φαρμακείο είναι δίπλα στο νοσοκομείο.
Аптека находится рядом с больницей. · The pharmacy is next to the hospital.
Πρέπει να πάω στο φαρμακείο για το φάρμακό μου.
Мне нужно пойти в аптеку за своим лекарством. · I need to go to the pharmacy for my medicine.
Η φαρμακοποιός του φαρμακείου είναι πολύ ευγενική.
Фармацевт этой аптеки очень вежлива. · The pharmacist of that pharmacy is very kind.
Τα φαρμακεία κλείνουν στις εννέα το βράδυ.
Аптеки закрываются в девять вечера. · The pharmacies close at nine in the evening.