Греческий словарь
с грамматикой

φαντασίωση

[fandaˈsioːsi]существительноеη · женский родB2

Значения

1
фантазия, воображение
imagination, fantasy · η δύναμη της φαντασίωσης — сила воображения
2
вымысел, фантазм
figment, hallucination · είναι μόνο φαντασίωση — это только выдумка

Грамматика

Ед. ч.
им.
η φαντασίωση
вин.
την φαντασίωση
род.
της φαντασίωσης
зват.
φαντασίωση
Мн. ч.
им.
οι φαντασιώσεις
вин.
τις φαντασιώσεις
род.
των φαντασιώσεων
зват.
φαντασιώσεις

Примеры

Η φαντασίωση της παιδιού δεν ξέρει όρια.
Воображение ребёнка не знает границ. · The child's imagination knows no bounds.
Πίστεψε σε μια φαντασίωση για χρόνια.
Он верил в выдумку на протяжении лет. · He believed in a figment for years.
Οι φαντασιώσεις του δεν ήταν αληθινές.
Его фантазии не были настоящими. · His fantasies weren't real.