φαντασία
[fandasˈia]существительноеη · женский родB1
Значения
1
воображение, фантазия
imagination, fantasy · δυνατότητα να φαντάζομαι — способность придумывать
2
иллюзия, вымысел
illusion, figment · κάτι που δεν είναι αληθινό — что-то нереальное
3
причуда, прихоть
whim, fancy · ξαφνική επιθυμία — внезапное желание
Грамматика
Ед. ч.
им.
η φαντασία
вин.
τη φαντασία
род.
της φαντασίας
зват.
φαντασία
Мн. ч.
им.
οι φαντασίες
вин.
τις φαντασίες
род.
των φαντασιών
зват.
φαντασίες
Примеры
Η φαντασία του παιδιού δεν έχει όρια.
Воображение ребёнка не знает границ. · The child's imagination knows no bounds.
Αυτό είναι απλώς φαντασία, όχι πραγματικότητα.
Это просто выдумка, а не реальность. · That's just imagination, not reality.
Δεν μπορώ να ακολουθήσω κάθε φαντασία του.
Я не могу потворствовать каждой его прихоти. · I can't indulge his every whim.
Οι φαντασίες της δημιουργού ενέπνευσαν το έργο.
Фантазии создательницы вдохновили произведение. · The creator's imaginative ideas inspired the work.