φανταρώνω
[fandaˈrono]глаголгруппа А (безударное -ω)B1
Значения
1
призывать на военную службу, отправлять в армию
to draft, to enlist someone into the army · φανταρώνω ένα νέο — призываю молодого человека в армию
2
служить в армии, быть призванным (реже, рефлексивно)
to serve in the army, to be drafted (less common, reflexive use) · φανταρώνομαι στο στρατό — служу в армии
Грамматика
Настоящее время
εγώ
φανταρώνω
εσύ
φανταρώνεις
αυτός
φανταρώνει
εμείς
φανταρώνουμε
εσείς
φανταρώνετε
αυτοί
φανταρώνουν
Аорист
εγώ
φανταρώνησα
εσύ
φανταρώνησες
αυτός
φανταρώνησε
εμείς
φανταρώνησαμε
εσείς
φανταρώνησατε
αυτοί
φανταρώνησαν
Будущее
εγώ
θα φανταρώσω
εσύ
θα φανταρώσεις
αυτός
θα φανταρώσει
εμείς
θα φανταρώσουμε
εσείς
θα φανταρώσετε
αυτοί
θα φανταρώσουν
Примеры
Το κράτος φανταρώνει τους νέους άνδρες.
Государство призывает молодых людей в армию. · The state drafts young men into the army.
Φανταρώθηκα πριν από δύο χρόνια.
Я был призван в армию два года назад. · I was drafted two years ago.
Δεν τον φανταρώνουν λόγω υγείας.
Его не призывают в армию из-за здоровья. · They don't draft him because of his health.
Θα φανταρωθείς σε τρεις μήνες.
Ты будешь призван через три месяца. · You will be drafted in three months.