Греческий словарь
с грамматикой

φαντάζομαι

[fanˈtazoɲ]глаголB1

Значения

1
представляться, казаться, мниться
to seem, to appear, to strike one as · Μού φαντάζεται περίεργο — Мне кажется странным
2
воображать, представлять себе
to imagine, to fancy · Φαντάζομαι ένα όμορφο σπίτι — Я представляю себе красивый дом
3
выглядеть, производить впечатление
to look, to give the impression of being · Φαντάζεται έξυπνος — Он выглядит умным

Грамматика

Настоящее время
εγώ
φαντάζομαι
εσύ
φαντάζεσαι
αυτός
φαντάζεται
εμείς
φανταζόμαστε
εσείς
φαντάζεστε
αυτοί
φαντάζονται
Аорист
εγώ
φαντάστηκα
εσύ
φαντάστηκες
αυτός
φαντάστηκε
εμείς
φανταστήκαμε
εσείς
φανταστήκατε
αυτοί
φαντάστηκαν
Будущее
εγώ
θα φαντάζομαι
εσύ
θα φαντάζεσαι
αυτός
θα φαντάζεται
εμείς
θα φανταζόμαστε
εσείς
θα φαντάζεστε
αυτοί
θα φαντάζονται

Примеры

Μού φαντάζεται ότι αύριο θα βρέξει.
Мне кажется, что завтра будет дождь. · It seems to me that it will rain tomorrow.
Φαντάζομαι πώς θα ήταν να ζούσα στην Ελλάδα.
Я представляю себе, как бы было жить в Греции. · I imagine what it would be like to live in Greece.
Σας φαντάζονται κάποιοι σοφοί, αλλά δεν είναι.
Они выглядят мудрецами, но не являются ими. · They seem like wise men, but they are not.
Φαντάστηκα ότι ήταν ο Γιάννης.
Мне показалось, что это был Янис. · I thought it was Yannis.