Греческий словарь
с грамматикой

φανερώνω

[faneˈrono]глаголB1

Значения

1
раскрывать, обнаруживать, выявлять
to reveal, to disclose, to uncover · φανέρωσε την αλήθεια — раскрыл правду
2
проявлять, выказывать (чувства, намерения)
to show, to display, to manifest (feelings, intentions) · φανέρωσε το θυμό του — проявил свой гнев
3
обнаруживаться, становиться видным
to become evident, to come to light · η αλήθεια φανερώθηκε — правда вышла наружу

Грамматика

Настоящее время
εγώ
φανερώνω
εσύ
φανερώνεις
αυτός
φανερώνει
εμείς
φανερώνουμε
εσείς
φανερώνετε
αυτοί
φανερώνουν
Аорист
εγώ
φανέρωσα
εσύ
φανέρωσες
αυτός
φανέρωσε
εμείς
φανερώσαμε
εσείς
φανερώσατε
αυτοί
φανέρωσαν
Будущее
εγώ
θα φανερώσω
εσύ
θα φανερώσεις
αυτός
θα φανερώσει
εμείς
θα φανερώσουμε
εσείς
θα φανερώσετε
αυτοί
θα φανερώσουν

Примеры

Ο αστυνομικός φανέρωσε τη δικλείδα της απάτης.
Полицейский раскрыл схему мошенничества. · The police officer uncovered the fraud scheme.
Η έκφρασή του φανερώνει ανησυχία για το μέλλον.
Его выражение лица выдаёт беспокойство о будущем. · His expression reveals concern about the future.
Όταν τον ρώτησα, φανερώθηκε αμέσως η αλήθεια.
Когда я его спросил, правда сразу выявилась. · When I asked him, the truth immediately came to light.
Δεν θα φανερώσω τα μυστικά σας σε κανέναν.
Я не раскрою ваши секреты никому. · I won't reveal your secrets to anyone.