Греческий словарь
с грамматикой

φακός

[faˈkos]существительноеο · мужской родA1

Значения

1
линза
lens · φακός του μικροσκοπίου — линза микроскопа
2
чечевица
lentil · σούπα με φακούς — суп из чечевицы
3
фара, фонарь
headlight, beacon · φακός αυτοκινήτου — фара автомобиля

Грамматика

Ед. ч.
им.
ο φακός
вин.
τον φακό
род.
του φακού
зват.
φακέ
Мн. ч.
им.
οι φακοί
вин.
τους φακούς
род.
των φακών
зват.
φακοί

Примеры

Ο φακός της κάμερας είναι καθαρός.
Линза камеры чистая. · The camera lens is clean.
Φάε περισσότερες φακές για υγεία.
Ешь больше чечевицы для здоровья. · Eat more lentils for health.
Άναψε τους φακούς του αυτοκινήτου.
Включи фары автомобиля. · Turn on the car headlights.
Ο φακός του τηλεσκοπίου είναι ισχυρός.
Линза телескопа мощная. · The telescope lens is powerful.