Греческий словарь
с грамматикой

φαίνομαι

[ˈfɛnome]глаголA2

Значения

1
казаться, выглядеть
seem, appear · Φαίνεται καλός άνθρωπος. — Он выглядит хорошим человеком.
2
быть видимым, виднеться
be visible, show · Το νησί φαίνεται στον ορίζοντα. — Остров виднеется на горизонте.

Грамматика

Настоящее время
εγώ
φαίνομαι
εσύ
φαίνεσαι
αυτός
φαίνεται
εμείς
φαινόμαστε
εσείς
φαίνεστε
αυτοί
φαίνονται
Аорист
εγώ
φάνηκα
εσύ
φάνηκες
αυτός
φάνηκε
εμείς
φάνηκαν
εσείς
φάνηκαν
αυτοί
φάνηκαν
Будущее
εγώ
θα φανώ
εσύ
θα φανείς
αυτός
θα φανεί
εμείς
θα φανούμε
εσείς
θα φανείτε
αυτοί
θα φανούν

Примеры

Σου φαίνεται δύσκολο το μάθημα;
Тебе это задание кажется сложным? · Does the lesson seem difficult to you?
Η σελήνη φαίνεται πολύ φωτεινή απόψε.
Луна выглядит очень яркой вечером. · The moon appears very bright tonight.
Φάνηκε στην πόρτα για λίγο.
Он ненадолго показался в дверях. · He appeared at the door for a moment.
Θα φανούμε στο πάρτι γύρω στις εννιά.
Мы появимся на вечеринке около девяти. · We'll show up at the party around nine.