φίλαθλος
[ˈfilaθlos]существительноеο · мужской родB1
Значения
1
спортивный болельщик, болельщик
sports fan, enthusiast for athletics · ένας φίλαθλος του ποδοσφαίρου — болельщик футбола
Грамматика
Ед. ч.
им.
ο φίλαθλος
вин.
τον φίλαθλο
род.
του φιλάθλου
зват.
φίλαθλε
Мн. ч.
им.
οι φίλαθλοι
вин.
τους φιλάθλους
род.
των φιλάθλων
зват.
φίλαθλοι
Примеры
Οι φίλαθλοι του Παναθηναϊκού γεμίζουν το στάδιο κάθε Σάββατο.
Болельщики «Панатинаикоса» переполняют стадион каждую субботу. · Panathinaikos fans fill the stadium every Saturday.
Ο φίλαθλος έκανε φόρα για το ματς του Ολυμπιακού.
Болельщик надел майку в честь матча «Олимпиакоса». · The fan put on a shirt for the Olympiacos match.
Τα παιδιά ήταν φίλαθλοι του μπάσκετ από μικρή ηλικία.
Дети были фанатами баскетбола с раннего детства. · The children were basketball enthusiasts from a young age.