φάντασμα
[ˈfandazma]существительноеτο · средний родB1
Значения
1
привидение, призрак
ghost, phantom · ένα φάντασμα στο σπίτι — привидение в доме
2
видение, галлюцинация
vision, hallucination · φάντασμα της φαντασίας — плод воображения
3
призрак, иллюзия (переносно)
specter, illusion (figuratively) · φάντασμα του παρελθόντος — призрак прошлого
Грамматика
Ед. ч.
им.
το φάντασμα
вин.
το φάντασμα
род.
του φαντάσματος
зват.
φάντασμα
Мн. ч.
им.
τα φαντάσματα
вин.
τα φαντάσματα
род.
των φαντασμάτων
зват.
φαντάσματα
Примеры
Οι παιδιές φοβούνται τα φαντάσματα.
Дети боятся привидений. · Children are afraid of ghosts.
Είδε ένα φάντασμα στη νύχτα.
Он увидел призрак ночью. · He saw a phantom at night.
Αυτό ήταν απλώς φάντασμα της φαντασίας του.
Это было просто плодом его воображения. · It was merely a figment of his imagination.
Τα φαντάσματα του παρελθόντος τον στοιχειώνουν.
Призраки прошлого его преследуют. · The specters of the past haunt him.