φάλαινα
[ˈfalajna]существительноеη · женский родA2
Значения
1
кит (морское млекопитающее)
whale (marine mammal) · μεγάλο θαλάσσιο ζώο — большое морское животное
Грамматика
Ед. ч.
им.
η φάλαινα
вин.
τη φάλαινα
род.
της φάλαινας
зват.
φάλαινα
Мн. ч.
им.
οι φάλαινες
вин.
τις φάλαινες
род.
των φαλαινών
зват.
φάλαινες
Примеры
Οι φάλαινες είναι τα μεγαλύτερα ζώα.
Киты — самые крупные животные. · Whales are the largest animals.
Είδαμε μια φάλαινα κοντά στο νησί.
Мы видели кита недалеко от острова. · We saw a whale near the island.
Η φάλαινα ανεβαίνει στην επιφάνεια για να αναπνεύσει.
Кит поднимается на поверхность, чтобы дышать. · The whale rises to the surface to breathe.