υψώνω
[iˈpsono]глаголгруппа А (безударное -ω)B1
Значения
1
поднимать, поднять (что-либо вверх)
to raise, lift up · υψώνω το χέρι μου — поднимаю руку
2
возвышать, повышать (статус, значение)
to elevate, enhance (status, prestige) · υψώνω την αξία του — повышаю его значение
3
строить, воздвигать (здание)
to erect, build (a structure) · υψώνω ένα μνημείο — воздвигаю памятник
Грамматика
Настоящее время
εγώ
υψώνω
εσύ
υψώνεις
αυτός
υψώνει
εμείς
υψώνουμε
εσείς
υψώνετε
αυτοί
υψώνουν
Аорист
εγώ
ύψωσα
εσύ
ύψωσες
αυτός
ύψωσε
εμείς
ύψωσαμε
εσείς
ύψωσατε
αυτοί
ύψωσαν
Будущее
εγώ
θα υψώσω
εσύ
θα υψώσεις
αυτός
θα υψώσει
εμείς
θα υψώσουμε
εσείς
θα υψώσετε
αυτοί
θα υψώσουν
Примеры
Ύψωσε το χέρι του για να κάνει ερώτηση.
Он поднял руку, чтобы задать вопрос. · He raised his hand to ask a question.
Την υψώνουν για παράδειγμα στη κοινότητα.
Её возвышают как образец в сообществе. · They elevate her as a model in the community.
Υψώνουν ένα νέο κτίριο στη μέση της πλατείας.
Они возводят новое здание посередине площади. · They're erecting a new building in the middle of the square.
Θα υψώσουν το μνημείο του ποιητή.
Они воздвигнут памятник поэту. · They will erect a monument to the poet.