υψόμετρο
[ipsiˈmetro]существительноеτο · средний родB1
Значения
1
альтиметр, высотомер
altimeter, altitude meter · όργανο που μετρά το ύψος — прибор для измерения высоты
2
барометр-анероид
aneroid barometer · μετρά την ατμοσφαιρική πίεση — измеряет атмосферное давление
Грамматика
Ед. ч.
им.
το υψόμετρο
вин.
το υψόμετρο
род.
του υψομέτρου
зват.
υψόμετρο
Мн. ч.
им.
τα υψόμετρα
вин.
τα υψόμετρα
род.
των υψομέτρων
зват.
υψόμετρα
Примеры
Το υψόμετρο του αεροπλάνου δείχνει οχτώ χιλιάδες μέτρα.
Альтиметр самолёта показывает восемь тысяч метров. · The aircraft's altimeter reads eight thousand meters.
Χρησιμοποίησα το υψόμετρο για να μετρήσω το ύψος του βουνού.
Я использовал высотомер, чтобы измерить высоту горы. · I used the altimeter to measure the mountain's height.
Τα υψόμετρα των δύο αεροσκαφών έδειχναν διαφορετικές ενδείξεις.
Альтиметры двух самолётов показывали разные показания. · The altimeters of the two aircraft displayed different readings.