Греческий словарь
с грамматикой

υφαίνω

[iˈfeno]глаголгруппа А (безударное -ω)неправильныйB2

Значения

1
ткать, вить; создавать ткань на станке
to weave; to make fabric on a loom · υφαίνει ύφασμα — ткёт ткань
2
создавать, сочинять (историю, сюжет и т. п.)
to compose, to spin (a tale, narrative) · υφαίνει μια ιστορία — сочиняет историю

Грамматика

Настоящее время
εγώ
υφαίνω
εσύ
υφαίνεις
αυτός
υφαίνει
εμείς
υφαίνουμε
εσείς
υφαίνετε
αυτοί
υφαίνουν
Аорист
εγώ
ύφανα
εσύ
ύφανες
αυτός
ύφανε
εμείς
υφάναμε
εσείς
υφάνατε
αυτοί
ύφαναν
Будущее
εγώ
θα υφάνω
εσύ
θα υφάνεις
αυτός
θα υφάνει
εμείς
θα υφάνουμε
εσείς
θα υφάνετε
αυτοί
θα υφάνουν

Примеры

Η γιαγιά υφαίνει όμορφα χαλιά.
Бабушка ткёт красивые ковры. · Grandmother weaves beautiful carpets.
Ύφανε μια περίπλοκη ιστορία για τα παιδιά.
Он сочинил для детей сложный сюжет. · He spun a complex tale for the children.
Τα υφάσματα υφαίνονται με παραδοσιακές τεχνικές.
Ткани изготавливаются традиционными способами. · The fabrics are woven using traditional techniques.
Θα υφάνουμε το νέο σχέδιο την επόμενη εβδομάδα.
На следующей неделе мы создадим новый узор. · Next week we will weave the new design.