Греческий словарь
с грамматикой

υφίσταμαι

[iˈfistame]глаголB2

Значения

1
претерпевать, испытывать (что-л. неприятное)
to suffer, to undergo (something unpleasant) · υφίστανται κριτική — подвергаются критике
2
существовать, иметься (формальный)
to exist, to subsist (formal) · υφίστανται προϋποθέσεις — имеются предусловия

Грамматика

Настоящее время
εγώ
υφίσταμαι
εσύ
υφίστασαι
αυτός
υφίσταται
εμείς
υφιστάμεθα
εσείς
υφίστασθε
αυτοί
υφίστανται
Аорист
εγώ
υπέστην
εσύ
υπέστης
αυτός
υπέστη
εμείς
υπέστημεν
εσείς
υπέστητε
αυτοί
υπέστησαν
Будущее
εγώ
θα υποστώ
εσύ
θα υποστείς
αυτός
θα υποστεί
εμείς
θα υποστούμε
εσείς
θα υποστείτε
αυτοί
θα υποστούν

Примеры

Ο αθλητής υπέστη σοβαρή τραυματισμό.
Спортсмен получил серьёзную травму. · The athlete suffered a serious injury.
Υφίστανται πολλές δυσκολίες στο έργο τους.
Они испытывают много трудностей в своей работе. · They face many difficulties in their work.
Το πρόβλημα υποστεί όλο και μεγαλύτερη πίεση.
Проблема подвергается всё большему давлению. · The issue comes under increasing pressure.