Греческий словарь
с грамматикой

υστερώ

[isteˈro]глаголгруппа Б2 (-ώ → -είς)B1

Значения

1
отставать, быть позже
to be late, to lag behind · υστερώ από τον Γιάννη — я отстаю от Янниса
2
не доставать, недостаточно иметь
to lack, to be short of · υστερώ χρήματα — мне не хватает денег
3
быть ниже (в ранге, качестве)
to be inferior to · υστερώ σε ικανότητες — я уступаю в способностях

Грамматика

Настоящее время
εγώ
υστερώ
εσύ
υστερείς
αυτός
υστερεί
εμείς
υστερούμε
εσείς
υστερείτε
αυτοί
υστερούν
Аорист
εγώ
υστέρησα
εσύ
υστέρησες
αυτός
υστέρησε
εμείς
υστερήσαμε
εσείς
υστερήσατε
αυτοί
υστέρησαν
Будущее
εγώ
θα υστερήσω
εσύ
θα υστερήσεις
αυτός
θα υστερήσει
εμείς
θα υστερήσουμε
εσείς
θα υστερήσετε
αυτοί
θα υστερήσουν

Примеры

Ο Κώστας υστερεί δυο λεπτά στο σχολείο.
Костас опаздывает на два минуты в школу. · Kostas is two minutes late for school.
Υστερώ χρήματα για το εισιτήριο.
Мне не хватает денег на билет. · I'm short of money for the ticket.
Η ομάδα μας υστέρησε σε όλα τα παιχνίδια.
Наша команда проигрывала во всех играх. · Our team lost in all the matches.
Δεν θα υστερήσουν στην παράδοση της δουλειάς.
Они не опоздают с выполнением работы. · They won't be late with the work delivery.