Греческий словарь
с грамматикой

υπόσχομαι

[ipˈɔxome]глаголB1

Значения

1
обещать, дать обещание
to promise · υπόσχομαι να έρθω — я обещаю прийти
2
казаться, подаватьнадежду
to show promise, to seem promising · υπόσχεται καλή τύχη — сулит хорошую удачу

Грамматика

Настоящее время
εγώ
υπόσχομαι
εσύ
υπόσχεσαι
αυτός
υπόσχεται
εμείς
υποσχόμαστε
εσείς
υπόσχεσθε
αυτοί
υπόσχονται
Аорист
εγώ
υπέσχηθην
εσύ
υπέσχηθης
αυτός
υπέσχηθη
εμείς
υπεσχήθημεν
εσείς
υπεσχήθητε
αυτοί
υπέσχηθησαν
Будущее
εγώ
θα υποσχεθώ
εσύ
θα υποσχεθείς
αυτός
θα υποσχεθεί
εμείς
θα υποσχεθούμε
εσείς
θα υποσχεθείτε
αυτοί
θα υποσχεθούν

Примеры

Σας υπόσχομαι ότι θα ολοκληρώσω το έργο.
Я вам обещаю, что закончу эту работу. · I promise you that I will complete this work.
Υπέσχετο να φέρει τα εισιτήρια την Τρίτη.
Он обещал принести билеты во вторник. · He promised to bring the tickets on Tuesday.
Αυτό το σχέδιο υπόσχεται πολλά για το μέλλον.
Этот проект подаёт большие надежды на будущее. · This project shows great promise for the future.