υπόδειξη
[iˈpoðixi]существительноеη · женский родB1
Значения
1
указание, подсказка
hint, suggestion · δώστε μου μια υπόδειξη — дайте мне подсказку
2
указание, наставление, инструкция
instruction, directive · οι υποδείξεις του δασκάλου — указания учителя
3
доказательство, свидетельство, признак
evidence, indication, sign · υπόδειξη για το έγκλημα — улика по делу
Грамматика
Ед. ч.
им.
η υπόδειξη
вин.
την υπόδειξη
род.
της υπόδειξης
зват.
υπόδειξη
Мн. ч.
им.
οι υποδείξεις
вин.
τις υποδείξεις
род.
των υποδείξεων
зват.
υποδείξεις
Примеры
Χρειάζομαι μια υπόδειξη για το παζλ.
Мне нужна подсказка для пазла. · I need a hint for the puzzle.
Ακολουθήστε τις υποδείξεις του γιατρού.
Следуйте указаниям врача. · Follow the doctor's instructions.
Την υπόδειξη αυτή δεν πρέπει να την αγνοήσουμε.
Этот намёк не следует игнорировать. · We shouldn't ignore this indication.
Οι υποδείξεις των ειδικών ήταν πολύ χρήσιμες.
Рекомендации специалистов были очень полезны. · The experts' suggestions were very helpful.