Греческий словарь
с грамматикой

υπόβαθρο

[iˈpovaθro]существительноеτο · средний родB2

Значения

1
основание, фундамент, база
foundation, base, substrate · το υπόβαθρο του κτιρίου — фундамент здания
2
основа, предпосылка, основание (переносно)
basis, groundwork, prerequisite (figurative) · το υπόβαθρο της συμφωνίας — основа соглашения

Грамматика

Ед. ч.
им.
το υπόβαθρο
вин.
το υπόβαθρο
род.
του υποβάθρου
зват.
υπόβαθρο
Мн. ч.
им.
τα υπόβαθρα
вин.
τα υπόβαθρα
род.
των υποβάθρων
зват.
υπόβαθρα

Примеры

Το υπόβαθρο του σπιτιού είναι πολύ στερεό.
Фундамент дома очень прочный. · The foundation of the house is very solid.
Χρειαζόμαστε ένα καλό υπόβαθρο για να ξεκινήσουμε.
Нам нужна хорошая основа, чтобы начать. · We need a good foundation to get started.
Τα υπόβαθρα της δημοκρατίας πρέπει να είναι ισχυρά.
Основы демократии должны быть прочными. · The foundations of democracy must be strong.