Греческий словарь
с грамматикой

υποψιάζομαι

[ipopˈsjazoме]глаголB1

Значения

1
подозревать, иметь подозрение
to suspect, to have a suspicion · υποψιάζομαι ότι κάτι δεν είναι καλό — подозреваю, что что-то не так
2
заподозрить кого-то в чём-то
to suspect someone of something · υποψιάζομαι κάποιον για κλοπή — подозреваю кого-то в краже

Грамматика

Настоящее время
εγώ
υποψιάζομαι
εσύ
υποψιάζεσαι
αυτός
υποψιάζεται
εμείς
υποψιαζόμαστε
εσείς
υποψιάζεστε
αυτοί
υποψιάζονται
Аорист
εγώ
υποψιάστηκα
εσύ
υποψιάστηκες
αυτός
υποψιάστηκε
εμείς
υποψιαστήκαμε
εσείς
υποψιαστήκατε
αυτοί
υποψιάστηκαν
Будущее
εγώ
θα υποψιαστώ
εσύ
θα υποψιαστείς
αυτός
θα υποψιαστεί
εμείς
θα υποψιαστούμε
εσείς
θα υποψιαστείτε
αυτοί
θα υποψιαστούν

Примеры

Υποψιάζομαι ότι δεν λέει την αλήθεια.
Я подозреваю, что он не говорит правду. · I suspect he is not telling the truth.
Τι υποψιάζεσαι γι' αυτό το περιστατικό;
Что ты подозреваешь по этому поводу? · What do you suspect about this incident?
Υποψιάστηκε ότι κάποιος έκλεψε τα χρήματα.
Она заподозрила, что кто-то украл деньги. · She suspected that someone had stolen the money.
Θα υποψιαστούν τα χειρότερα όταν δεν τηλεφωνήσει.
Они заподозрят худшее, когда он не позвонит. · They will suspect the worst when he doesn't call.