Греческий словарь
с грамматикой

υποψηφιότητα

[ipopsifiˈɔtita]существительноеη · женский родB1

Значения

1
кандидатура, выдвижение кандидата
candidacy, nomination as a candidate · υποψηφιότητα για πρόεδρος — кандидатура на пост президента
2
статус кандидата
status or position of being a candidate · έχει υποψηφιότητα — он является кандидатом

Грамматика

Ед. ч.
им.
η υποψηφιότητα
вин.
την υποψηφιότητα
род.
της υποψηφιότητας
зват.
υποψηφιότητα
Мн. ч.
им.
οι υποψηφιότητες
вин.
τις υποψηφιότητες
род.
των υποψηφιοτήτων
зват.
υποψηφιότητες

Примеры

Ανακοίνωσε την υποψηφιότητά του για δήμαρχος.
Он объявил о своей кандидатуре на пост мэра. · He announced his candidacy for mayor.
Πολλές υποψηφιότητες κατατέθηκαν στις εκλογές.
На выборах было подано много кандидатур. · Many candidacies were filed in the election.
Η υποψηφιότητά της ήταν αναπάντεχη για όλους.
Её кандидатура была неожиданной для всех. · Her candidacy was unexpected by everyone.