υποψηφιεύω
[ipopsiˈfjevo]глаголгруппа А (безударное -ω)B1
Значения
1
выдвигать кандидатуру, выставлять как кандидата
to nominate, to put forward as a candidate · υποψηφιεύω κάποιον για δήμαρχο — выдвинуть кого-то кандидатом в мэры
2
баллотироваться, выдвигать свою кандидатуру
to run for office, to be a candidate · υποψηφιεύω για τις εκλογές — баллотироваться на выборах
Грамматика
Настоящее время
εγώ
υποψηφιεύω
εσύ
υποψηφιεύεις
αυτός
υποψηφιεύει
εμείς
υποψηφιεύουμε
εσείς
υποψηφιεύετε
αυτοί
υποψηφιεύουν
Аорист
εγώ
υποψήφιευσα
εσύ
υποψήφιευσες
αυτός
υποψήφιευσε
εμείς
υποψηφιεύσαμε
εσείς
υποψηφιεύσατε
αυτοί
υποψήφιευσαν
Будущее
εγώ
θα υποψηφιεύσω
εσύ
θα υποψηφιεύσεις
αυτός
θα υποψηφιεύσει
εμείς
θα υποψηφιεύσουμε
εσείς
θα υποψηφιεύσετε
αυτοί
θα υποψηφιεύσουν
Примеры
Η κόμμα υποψήφιευσε τον πρώην υπουργό.
Партия выдвинула бывшего министра кандидатом. · The party nominated the former minister as a candidate.
Θα υποψηφιεύσω για δήμαρχος στις επόμενες εκλογές.
Я буду баллотироваться в мэры на следующих выборах. · I will run for mayor in the next election.
Πολλοί υποψηφιεύονται για την ίδια θέση.
Многие баллотируются на одну и ту же должность. · Many people are running for the same position.