Греческий словарь
с грамматикой

υποχωρώ

[ipoxoˈro]глаголB1

Значения

1
отступать, отходить (в бою, при конфликте)
to retreat, to withdraw (in battle, conflict) · ο στρατός υποχώρησε — армия отступила
2
уступать, отступать (от позиции, требования)
to give way, to back down (from a position, demand) · δεν υποχωρώ στις απειλές — я не уступаю угрозам
3
спадать, понижаться (о воде, лихорадке)
to recede, to subside (of water, fever) · το νερό υποχώρησε — вода спала

Грамматика

Настоящее время
εγώ
υποχωρώ
εσύ
υποχωρείς
αυτός
υποχωρεί
εμείς
υποχωρούμε
εσείς
υποχωρείτε
αυτοί
υποχωρούν
Аорист
εγώ
υποχώρησα
εσύ
υποχώρησες
αυτός
υποχώρησε
εμείς
υποχωρήσαμε
εσείς
υποχωρήσατε
αυτοί
υποχώρησαν
Будущее
εγώ
θα υποχωρήσω
εσύ
θα υποχωρήσεις
αυτός
θα υποχωρήσει
εμείς
θα υποχωρήσουμε
εσείς
θα υποχωρήσετε
αυτοί
θα υποχωρήσουν

Примеры

Ο εχθρός υποχώρησε μετά την επίθεση.
Враг отступил после атаки. · The enemy retreated after the attack.
Δεν θα υποχωρήσω στις απειλές του.
Я не уступлю его угрозам. · I won't give in to his threats.
Το πνεύμα του υποχωρεί με τα χρόνια.
Его дух слабеет с годами. · His spirit is waning with age.
Το νερό της πλημμύρας αργά υποχωρούσε.
Вода наводнения медленно спадала. · The floodwater was gradually receding.