υπουργός
[ipurˈɣos]существительноеο · мужской родB1
Значения
1
министр
minister · ο υπουργός της Παιδείας — министр образования
Грамматика
Ед. ч.
им.
o υπουργός
вин.
τον υπουργό
род.
του υπουργού
зват.
υπουργέ
Мн. ч.
им.
οι υπουργοί
вин.
τους υπουργούς
род.
των υπουργών
зват.
υπουργοί
Примеры
Ο υπουργός της Υγείας έδωσε σημαντική δήλωση χθες.
Вчера министр здравоохранения сделал важное заявление. · Yesterday the minister of health made an important statement.
Τον υπουργό ρώτησαν για τα νέα μέτρα.
Министра спросили о новых мерах. · The minister was asked about the new measures.
Οι υπουργοί συναντήθηκαν για να συζητήσουν το προϋπολογισμό.
Министры встретились, чтобы обсудить бюджет. · The ministers met to discuss the budget.