υπουργείο
[ipurˈʝio]существительноеτο · средний родB1
Значения
1
министерство
ministry · το υπουργείο Εξωτερικών — Министерство иностранных дел
2
здание министерства
ministry building · το κτίριο του υπουργείου — здание министерства
Грамматика
Ед. ч.
им.
το υπουργείο
вин.
το υπουργείο
род.
του υπουργείου
зват.
υπουργείο
Мн. ч.
им.
τα υπουργεία
вин.
τα υπουργεία
род.
των υπουργείων
зват.
υπουργεία
Примеры
Δουλεύει στο υπουργείο Παιδείας.
Она работает в Министерстве образования. · She works at the Ministry of Education.
Τα υπουργεία είναι κλειστά την Κυριακή.
Министерства закрыты по воскресеньям. · The ministries are closed on Sundays.
Ο διευθυντής του υπουργείου έδωσε συνέντευξη.
Директор министерства дал интервью. · The ministry director gave an interview.
Θέλουν να ανοίξουν νέα υπουργεία στην περιφέρεια.
Они хотят открыть новые министерства в провинции. · They want to open new ministry offices in the provinces.