Греческий словарь
с грамматикой

υποτιμάω

[ipotiˈmao]глаголB2

Значения

1
недооценивать, занижать оценку
to underestimate, to undervalue · υποτιμάω τις ικανότητές του — недооценивать его способности
2
унижать, оскорблять
to belittle, to disparage · υποτιμάω κάποιον ενώπιον άλλων — унижать кого-то перед другими

Грамматика

Настоящее время
εγώ
υποτιμώ
εσύ
υποτιμάς
αυτός
υποτιμάει
εμείς
υποτιμούμε
εσείς
υποτιμάτε
αυτοί
υποτιμούν
Аорист
εγώ
υποτίμησα
εσύ
υποτίμησες
αυτός
υποτίμησε
εμείς
υποτιμήσαμε
εσείς
υποτιμήσατε
αυτοί
υποτίμησαν
Будущее
εγώ
θα υποτιμήσω
εσύ
θα υποτιμήσεις
αυτός
θα υποτιμήσει
εμείς
θα υποτιμήσουμε
εσείς
θα υποτιμήσετε
αυτοί
θα υποτιμήσουν

Примеры

Δεν πρέπει να υποτιμάς τις δυνατότητές σου.
Не надо недооценивать свои возможности. · You shouldn't underestimate your potential.
Ο κριτικός υποτίμησε τη νέα ταινία του σκηνοθέτη.
Критик недооценил новый фильм режиссёра. · The critic undervalued the director's new film.
Δεν μπορείς να υποτιμάς τις προσπάθειες του στη δουλειά.
Ты не можешь унижать его старания в работе. · You cannot belittle his efforts at work.
Θα υποτιμηθεί αν συνεχίσεις να του μιλάς έτσι.
Он будет унижен, если ты будешь с ним так говорить. · He will be disparaged if you keep speaking to him that way.