υποτιθέμενος
[ipotiˈθemenos]прилагательноеC1
Значения
1
предполагаемый, считающийся
supposed, alleged, reputed · ο υποτιθέμενος δράστης — предполагаемый преступник
2
условный, гипотетический
hypothetical, assumed · υποτιθέμενη περίπτωση — гипотетический случай
Грамматика
мужской род
им.
υποτιθέμενος
вин.
υποτιθέμενο
род.
υποτιθέμενου
зват.
υποτιθέμενε
женский род
им.
υποτιθέμενη
вин.
υποτιθέμενη
род.
υποτιθέμενης
зват.
υποτιθέμενη
средний род
им.
υποτιθέμενο
вин.
υποτιθέμενο
род.
υποτιθέμενου
зват.
υποτιθέμενο
Примеры
Ο υποτιθέμενος κλέφτης αρνήθηκε τις κατηγορίες.
Предполагаемый вор отрицал обвинения. · The alleged thief denied the charges.
Σε μια υποτιθέμενη κατάσταση κρίσης, τι θα έκανες;
В гипотетической ситуации кризиса что бы ты делал? · In a supposed crisis scenario, what would you do?
Οι υποτιθέμενες αιτίες του προβλήματος δεν επαληθεύτηκαν.
Предполагаемые причины проблемы не подтвердились. · The supposed causes of the problem were not verified.