Греческий словарь
с грамматикой

υποτίθεμαι

[ipotiˈθeme]глаголB2

Значения

1
предполагать, допускать
to suppose, to assume · υποτίθεται ότι είναι σωστό — предполагается, что это правильно
2
требовать как предварительное условие
to require as a prerequisite · αυτό υποτίθεται βασικές γνώσεις — это требует базовых знаний

Грамматика

Настоящее время
εγώ
υποτίθεμαι
εσύ
υποτίθεσαι
αυτός
υποτίθεται
εμείς
υποτιθέμαστε
εσείς
υποτίθεστε
αυτοί
υποτίθενται
Аорист
εγώ
υποτέθηκα
εσύ
υποτέθηκες
αυτός
υποτέθηκε
εμείς
υποτέθηκαν
εσείς
υποτέθηκαν
αυτοί
υποτέθηκαν
Будущее
εγώ
θα υποτεθώ
εσύ
θα υποτεθείς
αυτός
θα υποτεθεί
εμείς
θα υποτεθούμε
εσείς
θα υποτεθείτε
αυτοί
θα υποτεθούν

Примеры

Υποτίθεται ότι θα ήρθες στις έξι.
Предполагается, что ты придёшь в шесть. · You are supposed to arrive at six.
Αυτό υποτίθεται κάποιες βασικές γνώσεις μαθηματικών.
Это требует некоторых базовых знаний математики. · This presupposes some basic knowledge of mathematics.
Υποτέθηκε ότι ήταν αθώος.
Было допущено, что он был невиновен. · It was assumed that he was innocent.
Δεν θα έπρεπε να υποτεθεί τίποτα.
Не следовало ничего предполагать. · Nothing should be assumed.