Греческий словарь
с грамматикой

υποτάσσω

[ipotˈaso]глаголB2

Значения

1
подчинять, подчинить
to subject, to subordinate · υποτάσσω κάποιον στην εξουσία — подчинить кого-то власти
2
подвергать, подвергнуть (воздействию)
to expose, to subject (to something) · υποτάσσω κάτι σε δοκιμή — подвергнуть что-то испытанию

Грамматика

Настоящее время
εγώ
υποτάσσω
εσύ
υποτάσσεις
αυτός
υποτάσσει
εμείς
υποτάσσουμε
εσείς
υποτάσσετε
αυτοί
υποτάσσουν
Аорист
εγώ
υπέταξα
εσύ
υπέταξες
αυτός
υπέταξε
εμείς
υπετάξαμε
εσείς
υπετάξατε
αυτοί
υπέταξαν
Будущее
εγώ
θα υποτάξω
εσύ
θα υποτάξεις
αυτός
θα υποτάξει
εμείς
θα υποτάξουμε
εσείς
θα υποτάξετε
αυτοί
θα υποτάξουν

Примеры

Ο στρατηγός υπέταξε τις αντάρτικες δυνάμεις.
Генерал подчинил партизанские силы. · The general subordinated the partisan forces.
Υποτάσσουν τα έργα τους σε αυστηρή κριτική.
Они подвергают свои работы суровой критике. · They expose their works to harsh criticism.
Θα υποτάξουν τον πληθυσμό σε νέες φορολογικές επιβαρύνσεις.
Они подвергнут население новым налоговым нагрузкам. · They will subject the population to new tax burdens.