Греческий словарь
с грамматикой

υποστηρικτής

[ipɔstirikˈtis]существительноеο · мужской родB1

Значения

1
сторонник, приверженец
supporter, advocate · υποστηρικτής μιας ιδέας — сторонник идеи
2
болельщик, фанат (спортивной команды)
fan, supporter (of a sports team) · υποστηρικτής του ΠΑΟΚ — болельщик ПАОКа

Грамматика

Ед. ч.
им.
ο υποστηρικτής
вин.
τον υποστηρικτή
род.
του υποστηρικτή
зват.
υποστηρικτή
Мн. ч.
им.
οι υποστηρικτές
вин.
τους υποστηρικτές
род.
των υποστηρικτών
зват.
υποστηρικτές

Примеры

Οι υποστηρικτές του κόμματος συγκέντρωσαν δυναμικά.
Сторонники партии мобилизовались активно. · The party's supporters mobilized actively.
Ήταν πάντα υποστηρικτής των δικαιωμάτων των γυναικών.
Он всегда был сторонником прав женщин. · He was always an advocate for women's rights.
Χιλιάδες υποστηρικτές της ομάδας κατέκλυσαν το στάδιο.
Тысячи болельщиков команды наводнили стадион. · Thousands of fans of the team flooded the stadium.
Ο υποστηρικτής μας έδωσε τη συμφωνία του.
Наш сторонник дал свое согласие. · Our supporter gave his consent.