Греческий словарь
с грамматикой

υποστέκομαι

[ipɔˈstɛkɔmɛ]глаголC1

Значения

1
поддерживать, подпирать (что-либо, чтобы оно не упало)
to prop up, to support, to hold up (something from underneath) · υποστέκει τον τοίχο — подпирает стену
2
служить опорой, основой для чего-либо
to serve as a basis or foundation for something · υποστέκει την κατασκευή — служит основой конструкции

Грамматика

Настоящее время
εγώ
υποστέκομαι
εσύ
υποστέκεσαι
αυτός
υποστέκεται
εμείς
υποστεκόμαστε
εσείς
υποστέκεστε
αυτοί
υποστέκονται
Аорист
εγώ
υποστήχθηκα
εσύ
υποστήχθηκες
αυτός
υποστήχθηκε
εμείς
υποστήχθηκαν
εσείς
υποστήχθηκαν
αυτοί
υποστήχθηκαν
Будущее
εγώ
θα υποστέκομαι
εσύ
θα υποστέκεσαι
αυτός
θα υποστέκεται
εμείς
θα υποστεκόμαστε
εσείς
θα υποστέκεστε
αυτοί
θα υποστέκονται

Примеры

Οι δοκοί υποστέκονται το βαρύ στέγαστρο.
Балки подпирают тяжёлую крышу. · The beams support the heavy roof.
Τα θεμέλια υποστέκονται ολόκληρο το κτίριο.
Фундамент служит опорой для всего здания. · The foundations support the entire building.
Χθες υποστήχθηκαν τα ετοιμόρροπα τοιχώματα με μεταλλικές στηρίξεις.
Вчера неустойчивые стены укрепили металлическими опорами. · Yesterday the unstable walls were shored up with metal supports.