Греческий словарь
с грамматикой

υποπτεύω

[ipopˈtevo]глаголB1

Значения

1
подозревать, заподозрить
to suspect, to have suspicions about · υποπτεύω κάποιον για κλοπή — подозревать кого-то в краже
2
вызывать подозрение, казаться подозрительным
to appear suspicious, to arouse suspicion · το κείμενό του υποπτεύει λογοκλοπή — его текст вызывает подозрение в плагиате

Грамматика

Настоящее время
εγώ
υποπτεύω
εσύ
υποπτεύεις
αυτός
υποπτεύει
εμείς
υποπτεύουμε
εσείς
υποπτεύετε
αυτοί
υποπτεύουν
Аорист
εγώ
υποψιάστηκα
εσύ
υποψιάστηκες
αυτός
υποψιάστηκε
εμείς
υποψιαστήκαμε
εσείς
υποψιαστήκατε
αυτοί
υποψιάστηκαν
Будущее
εγώ
θα υποπτευθώ
εσύ
θα υποπτευθείς
αυτός
θα υποπτευθεί
εμείς
θα υποπτευθούμε
εσείς
θα υποπτευθείτε
αυτοί
θα υποπτευθούν

Примеры

Υποπτεύω ότι δεν λέει την αλήθεια.
Я подозреваю, что он не говорит правду. · I suspect that he's not telling the truth.
Οι αστυνομικοί υποψιάστηκαν τον ύποπτο.
Полицейские заподозрили подозреваемого. · The police officers suspected the suspect.
Κάτι μας υποπτεύει στη συμπεριφορά του.
Что-то вызывает подозрение в его поведении. · Something seems suspicious about his behavior.
Δεν θα υποπτευθούμε κανέναν χωρίς στοιχεία.
Мы не будем подозревать никого без доказательств. · We won't suspect anyone without evidence.