Греческий словарь
с грамматикой

υποπτεύομαι

[ipopˈtevo̞me]глаголB2

Значения

1
подозревать, иметь подозрение
to suspect, to have suspicions · υποπτεύομαι κάτι κακό — подозреваю что-то неладное
2
вызывать подозрение, казаться подозрительным
to arouse suspicion, to seem suspicious · η συμπεριφορά του υποπτεύεται — его поведение вызывает подозрение

Грамматика

Настоящее время
εγώ
υποπτεύομαι
εσύ
υποπτεύεσαι
αυτός
υποπτεύεται
εμείς
υποπτευόμαστε
εσείς
υποπτεύεστε
αυτοί
υποπτεύονται
Аорист
εγώ
υποπτεύθηκα
εσύ
υποπτεύθηκες
αυτός
υποπτεύθηκε
εμείς
υποπτεύθηκαμε
εσείς
υποπτεύθηκατε
αυτοί
υποπτεύθηκαν
Будущее
εγώ
θα υποπτευθώ
εσύ
θα υποπτευθείς
αυτός
θα υποπτευθεί
εμείς
θα υποπτευθούμε
εσείς
θα υποπτευθείτε
αυτοί
θα υποπτευθούν

Примеры

Υποπτεύομαι ότι κάτι δεν είναι σωστό εδώ.
Я подозреваю, что здесь что-то не так. · I suspect that something is not right here.
Το περίεργο του κοίταξμα υποπτεύθηκε πολλούς.
Его странный взгляд вызвал подозрение у многих. · His strange look aroused suspicion in many.
Δεν θα υποπτευθώ τίποτα χωρίς αποδείξεις.
Я не буду ничего подозревать без доказательств. · I won't suspect anything without proof.
Οι δύο τους συμπεριφορές υποπτευόταν απάτη.
Их двоих поведение наводило на мысль об обмане. · Both of their behaviours seemed suspicious of fraud.