Примеры
Υποπτεύομαι ότι κάτι δεν είναι σωστό εδώ.
Я подозреваю, что здесь что-то не так. · I suspect that something is not right here.
Το περίεργο του κοίταξμα υποπτεύθηκε πολλούς.
Его странный взгляд вызвал подозрение у многих. · His strange look aroused suspicion in many.
Δεν θα υποπτευθώ τίποτα χωρίς αποδείξεις.
Я не буду ничего подозревать без доказательств. · I won't suspect anything without proof.
Οι δύο τους συμπεριφορές υποπτευόταν απάτη.
Их двоих поведение наводило на мысль об обмане. · Both of their behaviours seemed suspicious of fraud.