Греческий словарь
с грамматикой

υπονοώ

[ipono'o]глаголB2

Значения

1
подозревать, предполагать
to suspect, to have a suspicion · υπονοώ κάτι παράξενο — подозреваю что-то странное
2
намекать, давать понять
to hint, to insinuate · υπονοώ ότι κάτι δεν πάει καλά — намекаю, что что-то не так

Грамматика

Настоящее время
εγώ
υπονοώ
εσύ
υπονοείς
αυτός
υπονοεί
εμείς
υπονοούμε
εσείς
υπονοείτε
αυτοί
υπονοούν
Аорист
εγώ
υπονόησα
εσύ
υπονόησες
αυτός
υπονόησε
εμείς
υπονοήσαμε
εσείς
υπονοήσατε
αυτοί
υπονόησαν
Будущее
εγώ
θα υπονοήσω
εσύ
θα υπονοήσεις
αυτός
θα υπονοήσει
εμείς
θα υπονοήσουμε
εσείς
θα υπονοήσετε
αυτοί
θα υπονοήσουν

Примеры

Υπονοώ ότι κάτι δεν πάει καλά εδώ.
Я подозреваю, что здесь что-то не так. · I suspect that something is off here.
Τι υπονοείς με αυτή σου την κίνηση;
Что ты намекаешь этим жестом? · What are you insinuating with that gesture?
Υπονόησε ότι ήταν ένοχος.
Он намекнул, что был виноват. · He insinuated that he was guilty.
Δεν θέλω να υπονοηθώ ότι δεν είμαι ειλικρινής.
Я не хочу, чтобы намекали, что я нечестен. · I don't want it to be implied that I'm dishonest.