υπομένω
[ipoˈmeno]глаголгруппа А (безударное -ω)неправильныйB2
Значения
1
терпеть, выносить, сносить (невзгоды, боль, оскорбление)
to endure, to bear, to tolerate · υπομένω την πόνο — терпеть боль
2
оставаться, пребывать (в каком-л. состоянии)
to remain, to stay (in a condition) · υπομένω σιωπηλός — остаться молчаливым
Грамматика
Настоящее время
εγώ
υπομένω
εσύ
υπομένεις
αυτός
υπομένει
εμείς
υπομένουμε
εσείς
υπομένετε
αυτοί
υπομένουν
Аорист
εγώ
υπέμεινα
εσύ
υπέμεινες
αυτός
υπέμεινε
εμείς
υπομείναμε
εσείς
υπομείνατε
αυτοί
υπέμειναν
Будущее
εγώ
θα υπομείνω
εσύ
θα υπομείνεις
αυτός
θα υπομείνει
εμείς
θα υπομείνουμε
εσείς
θα υπομείνετε
αυτοί
θα υπομείνουν
Примеры
Ο ασθενής υπέμεινε το χειρουργείο με θάρρος.
Больной мужественно перенёс операцию. · The patient bravely endured the surgery.
Δεν μπορώ να υπομένω άλλο τέτοια συμπεριφορά.
Я больше не могу терпеть такое поведение. · I cannot tolerate such behaviour any longer.
Υπομένει στη θέση του παρά τις αντιξοότητες.
Он остаётся на своём посту несмотря на трудности. · He remains in his position despite the difficulties.
Οι προσκυνητές υπομένουν τον κόπο της ανάβασης.
Паломники выносят тяготы подъёма. · The pilgrims bear the hardship of the climb.