υπολογιστικός
[ipoloˈɣistikos]прилагательноеB2
Значения
1
вычислительный, расчётный
computational, calculating · υπολογιστικές μέθοδοι — вычислительные методы
2
относящийся к вычислительной технике, компьютерный
relating to computers, computational · υπολογιστικό σύστημα — компьютерная система
Грамматика
мужской род
им.
υπολογιστικός
вин.
υπολογιστικό
род.
υπολογιστικού
зват.
υπολογιστικέ
женский род
им.
υπολογιστική
вин.
υπολογιστική
род.
υπολογιστικής
зват.
υπολογιστική
средний род
им.
υπολογιστικό
вин.
υπολογιστικό
род.
υπολογιστικού
зват.
υπολογιστικό
Примеры
Η υπολογιστική ισχύς του συστήματος είναι εντυπωσιακή.
Вычислительная мощность системы впечатляет. · The computational power of the system is impressive.
Χρησιμοποιούν υπολογιστικές τεχνικές για τις προσομοιώσεις.
Они используют вычислительные методы для моделирования. · They use computational techniques for simulations.
Το υπολογιστικό κόστος αυτού του αλγορίθμου είναι υψηλό.
Вычислительная стоимость этого алгоритма высока. · The computational cost of this algorithm is high.