υπολογιστής
[ipoloˈɣistis]существительноеο · мужской родA1
Значения
1
компьютер
computer · ο υπολογιστής μου — мой компьютер
2
счётчик, калькулятор (историческое)
calculator, computing device (historical) · υπολογιστής λογαριασμών — счётчик счетов
Грамматика
Ед. ч.
им.
ο υπολογιστής
вин.
τον υπολογιστή
род.
του υπολογιστή
зват.
υπολογιστή
Мн. ч.
им.
οι υπολογιστές
вин.
τους υπολογιστές
род.
των υπολογιστών
зват.
υπολογιστές
Примеры
Ο υπολογιστής μου είναι πολύ παλιός.
Мой компьютер очень старый. · My computer is very old.
Πρέπει να αγοράσω έναν νέο υπολογιστή.
Мне нужно купить новый компьютер. · I need to buy a new computer.
Οι υπολογιστές είναι αναγκαίοι στη δουλειά.
Компьютеры необходимы на работе. · Computers are essential at work.
Δεν μπορώ να λειτουργήσω χωρίς τον υπολογιστή.
Я не могу работать без компьютера. · I cannot work without the computer.